Παρασκευή, 23 Οκτώβριος 2026, 18:29

Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία: «Ακρόπολις» της Βασιλικής Πέτσα

Κάθε βράδυ, γύρω στις 21:00, άναβαν τα φώτα. Περιμετρικά της πρόσοψης, φώτα χαρούμενα, δελεαστικά. Εκείνος έβγαινε καμιά φορά στην είσοδο, να κάνει ένα τσιγάρο, να πάρει τον αέρα του – η μικρή κόρη, κάπως ασουλούπωτη, με κοκάλινα γυαλιά μυωπίας και φουντωτά μαλλιά, έστρωνε τότε τα τραπέζια. Τους παρατηρούσαμε, με την αδελφή μου, από το απέναντι μπαλκόνι του τρίτου, ήταν η ώρα που εμείς τελειώναμε με τα λουσίματα και ετοιμαζόμασταν για τη βραδινή βόλτα. Οι τουρίστες διάλεγαν ήδη φαγητά για το δείπνο τους.

Στο συγκεκριμένο εστιατόριο σύχναζαν κυρίως Γερμανοί. Η βαριά όψη του, που δεν θύμιζε σε τίποτα παραθαλάσσια ταβέρνα, φάνταζε πάντοτε παράταιρη με την εποχή, τον τόπο, τον καιρό. Εκείνος υπήρξε μετανάστης στη Γερμανία για χρόνια και είχε κρατήσει τα γούστα και τους τρόπους της ξένης χώρας. Πηγαίναμε κι εμείς κάποτε εκεί, γιατί το φαγητό ήταν αξιοπρεπές, για να δοκιμάσουμε σνίτσελ, για το άσπρο βαμβακερό τραπεζομάντιλο. Την υποδοχή και οργάνωση είχε αναλάβει η μεγαλύτερη κόρη, που ο παππούς και ο μπαμπάς φώναζαν «Μπίτε»: έτσι καλωσόριζε τους πελάτες στο μαγαζί. Τους λιγοστούς, σχεδόν αποκλειστικά Γερμανούς, πελάτες. Κάθε βράδυ μετρούσα ελάχιστα γεμάτα τραπέζια και κάθε βράδυ ήλπιζα σήμερα να είναι περισσότερα.

Ένα καλοκαίρι το μαγαζί δεν άνοιξε. Ακούστηκαν πολλά, το μέρος είναι μικρό και όσοι έχουν εξοχικά εκεί γίνονται ένα με τους μόνιμους κατοίκους. Η «Μπίτε», είπαν, κατήγγειλε τον πατέρα της. Κάτι κακό, που, μικρές, μπορούσαμε μόνο να υποψιαζόμαστε. Καρφώναμε το βλέμμα στη σκοτεινή πρόσοψη, στα θολά τζάμια, κάτι για να διακρίνουμε ή περιμένοντας να εμφανιστεί κάποιος. Κάποια χρόνια αργότερα, η «Μπίτε» τα πήρε όλα πίσω, εκείνος βγήκε από τη φυλακή, συμφιλιώθηκαν. Η γυναίκα του και η μικρή κόρη έμειναν εκεί και τον περίμεναν, το εστιατόριο, όμως, δεν ξανάνοιξε ποτέ. Αραίωναν, πια, και οι Γερμανοί. Τα τελευταία χρόνια άνοιξε εκεί φούρνος με τεράστιες επιγραφές στα σλαβικά και τα ρουμανικά· οι τυρόπιτες εξαντλούνται ως τις 11:00.


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Βασιλική Πέτσα γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1983. Σπούδασε Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Θεωρίες του Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ και Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν, επίσης, η νουβέλα της Θυμάμαι (2011), οι συλλογές διηγημάτων της Όλα τα χαμένα (2012) και Μόνο το αρνί (2015), το μυθιστόρημά της Το δέντρο της υπακοής (2018) και η μελέτη της Όταν γράφει το μολύβι (2016).

Σχετικές αναρτήσεις

Διεθνής Έκθεση Παιδικού Βιβλίου της Μπολόνια: Η ελληνική συμμετοχή

admin

Το κουτί με την κίτρινη κορδέλα

admin

Η λευκή σκέψη, LILIAN THURAM

admin

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα

Privacy & Cookies Policy