Ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας, οδοντίατρος. Η Μαρία Μαραγκουδάκη καταφέρνει να συνδυάζει όλες τις παραπάνω ιδιότητες με επιτυχία και μιλάει στη συνέντευξή της στη «Βραδυνή της Κυριακής» για την αγάπη της για την Τέχνη.
Αναλυτικά η συνέντευξη της Μαρίας Μαραγκουδάκη στη «ΒτΚ»:
Κυρία Μαραγκουδάκη, καλώς ήρθατε… Πρωταγωνιστείτε αυτή τη σεζόν στο έργο του Ίψεν «Ρόσμερσχολμ Άσπρα Άλογα», που ανέβασε η Βαλεντίνη Λουρμπά στο θέατρό της «Εκάτη» στην Κυψέλη. Θα θέλαμε να μας μιλήσετε για την υπόθεσή του, τον τίτλο και για το ρόλο σας.
«Σας ευχαριστώ θερμά, είναι μεγάλη μου χαρά που φέτος είμαι μέλος του θιάσου στο θέατρο “Εκάτη”, πλάι σε εξαιρετικούς συναδέλφους, με τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Βαλεντίνης Λουρμπά.
Το έργο στο οποίο εμβαθύνουμε, με αρχικό τίτλο τα “Άσπρα άλογα” και μεταγενέστερο τίτλο “Ρόσμερσχολμ”, του Ερρίκου Ίψεν, διαχέεται από μυστήριο, αμφιθυμία, μεταφυσική αίσθηση, αλλά και πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό.
Η συνείδηση των χαρακτήρων, το τίμημα της ελευθερίας,η πάλη του παλιού με το νέο, γοητεύουν στο ζύγισμά τους στο λεπτοφυές αυτό ιψενικό αριστούργημα, το οποίο σέβεται απόλυτα η σκηνοθεσία, γι’ αυτό και αποκαλύπτεται.
Ο ρόλος μου είναι η κυρία Χέλστετ, οικονόμος στο παλιό αρχοντικό Ρόσμερσχολμ, γνώστρια σκοτεινών μυστικών, επόπτρια και σιωπηλός μάρτυρας.
Το έργο φωτίζει τη ζωή στο σπίτι αυτό των συντηρητικών προγόνων, όπου συγκατοικούν ο πρώην πάστορας Ρόσμερ και η δεσποινίδα Βεστ, υπό τη σκιά της πρόσφατης αυτοκτονίας της συζύγου του.
Ο χαρακτήρας της κυρίας Χέλστετ νιώθω ότι ενδιαφέρεται, συμβουλεύει, αλλά και ασκεί κριτική στάση αντιπροσωπεύοντας την υπόγεια δύναμη της κοινής γνώμης, η οποία και τελικά καθορίζει τη μοίρα των πρωταγωνιστών».
Παλαιότεροι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι ο Ίψεν γοητεύτηκε από τον παράξενο, σχεδόν αιμομικτικό, γάμο των γονιών του και ασχολήθηκε με το θέμα των αιμομικτικών σχέσεων σε αρκετά έργα, ιδιαίτερα στο αριστούργημά του «Ρόσμερσχολμ». Η σκηνοθέτις Βαλεντίνη Λουρμπά τι επισημαίνει;
«Ναι, και η σκηνοθέτις μας φωτίζει με αυτόν τον τρόπο μία αινιγματική σχέση στο έργο, εξηγώντας έτσι πολλά.
Είναι αλήθεια ότι είναι ιδιαίτερα υπόγειος ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας υφαίνει τις σχέσεις και τις δυναμικές των χαρακτήρων. Η Βαλεντίνη σε όλη τη διάρκεια των προβών εστίασε ιδιαίτερα στη λεπτομέρεια, την ένταση και την ποιότητα του συναισθήματος των ηρώων.
Ιδιαίτερα δουλέψαμε τη σωματικότητα, αλλά και τη μουσικότητα του λόγου. Ένιωσα ότι κάθε χαρακτήρας είχε ένα άλλο ηχητικό τοπίο, με ιδιαίτερη γοητεία».
Ο θεατής τι θα πάρει μαζί του φεύγοντας;
«Πλούτο από ένα τόσο όμορφο κείμενο. Αν ανοίξει και την καρδιά του, συγκίνηση και φως».
Το έργο ανήκει στο 1887. Είναι επίκαιρο; Υπάρχουν στοιχεία του στην εποχή μας;
«Νομίζω ότι είναι διαχρονική η θέληση για ελευθερία, έξω από φόρμες, νόρμες και στερεότυπα.
Πόσο, όμως, τα καταφέρνουμε; Ή γιατί τόσο εύκολα παλινδρομούμε στις φυλακές μας; Τι μας κρατάει δέσμιους; Κι ο καθένας μας ξέρει ποια είναι, έχουμε ο κάθε ένας τη δική του, και το 2025».
Κυρία Μαραγκουδάκη, είστε καταξιωμένη οδοντίατρος με πτυχίο και από το ΕΚΠΑ, και μάστερ από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ. Πώς και πότε προέκυψε η αγάπη και το ενδιαφέρον σας για την τέχνη;
«Από την παιδική ηλικία, μέσα από τη μουσική, τη ζωγραφική και τη συγγραφή. Έχω την αίσθηση ότι ήταν και είναι ένα ταξίδι στη φαντασία».
Και… αριστούχος της σχολής δραματικής «Ίασμος». Πώς συνδυάζονται αυτά τα δύο επαγγέλματα;
«Η αλήθεια είναι ότι είναι δύο διαφορετικές ιδιότητες, δεν μπλέκεται η μία στα πόδια της άλλης».
Έχετε παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια πάνω στο θέατρο, αλλά και μουσική παιδεία έχετε με κιθάρα και πιάνο. Να πούμε ότι είστε περισσότερο καλλιτεχνική φύση;
«Ξέρετε, πιστεύω στις αποχρώσεις μίας προσωπικότητας και το δικαίωμά τους να υπάρξουν. Δεν συμπαθώ ιδιαίτερα τα ζυγίσματα, ούτε τους χαρακτηρισμούς. Μακάρι η τέχνη να ερχόταν κοντά σε όλους τους ανθρώπους. Ίσως τότε να υπήρχε περισσότερο έλεος γύρω μας».
Τι σημαίνει για εσάς η υποκριτική; Απόδραση από την πραγματικότητα, γνώση, λύτρωση , προσφορά στον εαυτό σας κυρίως;
«Στο βαθμό που ο καθένας μας μπορεί, ακολουθώντας τις οδηγίες του σκηνοθέτη, το να προτείνεις το φαντασιακό χωροχρόνο ενός λεκτικού ή μη λεκτικού, νοήματος. Η κάθε προσπάθεια του ηθοποιού είναι για μένα η ποίησή του. Και το πώς διαστέλλει ή συστέλλει το χρόνο. Εκείνος ξέρει».
Τα συναισθήματά σας πάνω στη σκηνή;
«Προσπαθώ να μην είναι πολλά, ούτε και λίγα. Η παρτιτούρα κάθε ρόλου είναι οδηγός μας,το ψυχογράφημα μέσα στο οποίο είμαστε ασφαλείς, αλλά οφείλουμε να είμαστε και σαγηνευτικοί.
Παίζουμε όπως στα όνειρά μας. Τότε έχουμε κάνει καλά τη δουλειά μας, με το ασυνείδητο να οδηγεί, αλλά στο πλάι, κρατώντας το λουράκι του σκύλου μας, από κοντά, δίπλα – δίπλα».
Μπορεί να βιοποριστεί ένας ηθοποιός από το επάγγελμά του μόνο;
«Αυτήν την εντύπωση έχω, ναι».
Τι εκτιμάτε, τι αποστρέφεστε, τι φοβάστε;
«Εκτιμώ την εργατικότητα, τη θετικότητα, την ανθρωπιά και τα όρια στις σχέσεις. Είναι θλιβερή η βία και η σκληρότητα σε όλα τα επίπεδα, όπως και η πνευματική φτώχεια. Φοβάμαι την απάθεια και την αποξένωση».
Αν μπορούσατε, τι θα αλλάζατε στην κοινωνία μας;
«Το ότι όλοι, πια, σκύβουμε πάνω σε ένα κινητό. Μακάρι να σκύβαμε και σε πιο πολλά βιβλία. Θα άλλαζα και τα αντανακλαστικά στο διαφορετικό, στο ξένο, στο αδύναμο. Έχει και αυτό τη θέση του στον κόσμο, ας μην το φοβόμαστε».
*Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»
