Ολα αυτά τα χρόνια, βρέθηκα σε πάμπολλα κονσέρτα και συναυλίες με εκλεκτούς και φημισμένους καλλιτέχνες. Ομως, δεν είναι συνηθισμένο πράγμα να βλέπεις ένα παιδί 9 μόλις χρονών να παίζει καταπληκτικό πιάνο και ύστερα από λίγο να το απολαμβάνεις σε τραγούδια με κλασσική μουσική. Ούτε είναι συνηθισμένο να ακούς μια 14χρονη να παίζει επίσης πιάνο και συγχρόνως να ερμηνεύει το «Τη Υπερμάχω». Και ακόμα, δεν είναι συνηθισμένο, να ακούς λαϊκές μελωδίες του Ξαρχάκου και του Τσιτσάνη, από έναν 12χρονο αριστοτέχνη του μπουζουκιού.
Θυμάμαι, ότι έζησα εκείνες τις στιγμές, πριν χρόνια, σε μουσική εκδήλωση με παιδιά της Ομογένειας, στη Ν. Υόρκη. Ηταν μια σπάνια και θαυμαστή εμπειρία.
Εντεκα ήταν τα νέα ταλέντα, που είχαν εμφανιστεί και εντυπωσίασαν το κοινό, σε κονσέρτο που είχε οργανώσει το Ιδρυμα Ελληνικής Μουσικής, ιδρύτρια και πρόεδρος του οποίου ήταν η σοπράνο Κάτια Ζάλλας-Ροζάτι. Η μουσική εκείνη εκδήλωση είχε πραγματοποιηθεί στη Saint Peter’s Church του Μανχάταν. Την είχα παρακολουθήσει και δεν την ξεχνώ ποτέ.
Θυμάμαι ότι ένα από τα παιδιά, ο Κωνσταντίνος Κένι, εννέα μόλις χρονών τότε, που γεννήθηκε στο Κουίνς από Ελληνες γονείς, καταχειροκροτήθηκε, όταν στο πρώτο μέρος του κονσέρτου έπαιξε μόνος του στο πιάνο δύο έργα των μεγάλων συνθετών, Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και Ντμίτρι Καμπελέφσκι, χωρίς να βλέπει νότες, ενώ στο δεύτερο μέρος τραγούδησε δύο άλλα, των Τζιουζέπε Τζιορντάνι και Λιονέλ Μπαρτ.

Μια μικρή, η Αλεξία Σκιαδά, που ήταν τότε 14 μόλις χρονών, είχε αποσπάσει τα θερμά χειροκροτήματα του κοινού, όταν έπαιξε στο πιάνο και τραγούδησε το «Τη Υπερμάχω», ενώ ερμήνευσε και έργα μεγάλων μουσουργών.
Θυμάμαι, επίσης, τον μικρό Θεόφιλο Κατέχη, που ήταν τότε 12 μόλις χρονών και είχε καθηλώσει το κοινό, παίζοντας στο μπουζούκι του επιτυχίες των Σταύρου Ξαρχάκου, Βασίλη Τσιτσάνη και Στέλιου Ζαφειρίου.
Τους νέους εκείνους καλλιτέχνες που βραβεύτηκαν το ίδιο βράδυ, είχε συνοδεύσει στο κονσέρτο, ο γνωστός πιανίστας Γιάννης Ξυλάς, ενώ την επιλογή τους είχε κάνει το Συμβούλιο του Ιδρύματος Ελληνικής Μουσικής, που αποτελούσαν γνωστά ονόματα της Μουσικής και, συγκεκριμένα, οι Κάτια Ζάλλας Ροζάτι, Γιάννης Ξυλάς, Γεωργία Μεγκρέμη, Φρανκ Ροζάτι και Κωνσταντίνος Γκαζτζής. Στην κριτική επιτροπή συμμετείχε επίσης ο τενόρος Μάρκος Λάμπας.
Θυμάμαι, επίσης, ότι μιλώντας κατά την αξέχαστη εκείνη μουσική εκδήλωση, η Κάτια Ζάλλας, είχε εκφράσει την ικανοποίησή της, που για πρώτη φορά το Ιδρυμα θα μπορούσε να προσφέρει βοήθεια σε ταλαντούχους στη μουσική και το τραγούδι, νέους της Ομογένειας «που σπουδάζουν Μουσική και έχουν ανάγκη παρουσίασης, εκτίμησης και αναγνώρισης της τέχνης τους, αλλά και ενθάρρυνσης και βοήθειας». Eίχε προσθέσει, επίσης, ότι «είναι αυτοί οι νέοι καλλιτέχνες που θα συνεχίσουν την παράδοση διασώσεως της ελληνικής μουσικής μας κληρονομιάς για πολλά ακόμα χρόνια και όλοι μας αισθανόμαστε υπερήφανοι για τις επιτυχίες τους». Και ακόμα, είχε υπογραμμίσει ότι το Ιδρυμα Ελληνικής Μουσικής θα συνεχίσει να προσφέρει την αρωγή του στους πολλά υποσχόμενους και ταλαντούχους νεαρούς μουσικούς της Ομογένειας, ώστε να παρουσιάσουν τα πολυδιάστατα ταλέντα τους και ότι εκείνα τα κονσέρτα προβολής νέων καλλιτεχνών θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράδοση για την πόλη της Νέας Υόρκης.

Παράλληλα, είχε ευχαριστήσει όλους για την αγάπη και υποστήριξη προς το Ιδρυμα. Μεταξύ άλλων, είχε τονίσει ότι το Ιδρυμα αυτό είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός, χωρίς κρατική βοήθεια, που στηρίζεται μόνο στην υποστήριξη των φίλων του.
Το Ιδρυμα Ελληνικής Μουσικής είχε αρχίσει να λειτουργεί το 1997 με βασικό πρωτεργάτη την Κάτια Ζάλλας, με σκοπό να προωθήσει την ελληνική κλασσική μουσική παγκοσμίως, καθώς και να συντηρήσει και να διασώσει αξέχαστα παλαιά ελληνικά τραγούδια των μεγάλων Ελλήνων μουσουργών, όπως των Αττίκ, Χατζηαποστόλου, Σακελλαρίδη, Γιαννίδη, Σπάρτακου κ. ά. Επίσης να προσφέρει ενημέρωση και εκπαίδευση σε νέους, με υποτροφίες.
Ο θεσμός των φιλανθρωπικών κονσέρτων του Ιδρύματος ήταν ετήσιος και συγκαταλεγόταν στις ποιοτικές εκδηλώσεις της Ομογένειας, τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τους καλλιτέχνες που εμφανίζονταν και το κοινό που έδινε το «παρών» του. Η Κάτια Ζάλλας είχε τονίσει τότε ότι το Ιδρυμα κάλυπτε όλα τα είδη της καλής ελληνικής μουσικής και δεν είχε ως στόχο μόνο την κλασσική μουσική, αλλά και τα παλαιά ελληνικά τραγούδια.
πηγή:ekirikas.com
