Ο Κύπριος πολιτικός Γλαύκος Κληρίδης, γιος του διαπρεπούς δικηγόρου και πολιτικού Ιωάννη Κληρίδη, με μεγάλη πολιτική και πατριωτική δράση, γεννήθηκε στις 24 Απριλίου 1919 στη Λευκωσία, και έφυγε από τη ζωή στις 15 Νοεμβρίου 2013.
Σε νεαρή ηλικία σπούδασε νομικά στο Kings Colllege του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και μόλις ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος παράτησε τις σπουδές και ακολούθησε εκείνο που πρόσταζε η συνείδησή του.
Κατετάγη εθελοντής στην αγγλική αεροπορία. Έλαβε μέρος ως πιλότος σε πολεμικές επιδρομές της RAF πάνω από τη Γερμανία. Σε μία από αυτές το αεροπλάνο του καταρρίφθηκε από τους Γερμανούς και συνελήφθη αιχμάλωτος στο Μόναχο. Παρέμεινε στην αιχμαλωσία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έως το τέλος του Πολέμου, όταν και επέστρεψε στο Λονδίνο για να συνεχίσει τις σπουδές που είχε αφήσει στη μέση.
Γυρίζοντας στην πατρίδα, εντάχθηκε, το 1955, στην ΕΟΚΑ και πήρε μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελληνοκυπρίων εναντίον των Άγγλων, με το ψευδώνυμο «Υπερείδης». Με την ιδιότητα του δικηγόρου υπερασπίστηκε στα δικαστήρια αγωνιστές της ΕΟΚΑ που συλλαμβάνονταν από τους Άγγλους, ενώ πρωτοστάτησε στη συγκέντρωση σε φακέλους περιπτώσεων παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αγγλική Διοίκηση, τις οποίες παρέδωσε στην ελληνική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και στη Διεθνή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Επιπροσθέτως, κατήγγειλε τις εκτελέσεις των αγωνιστών Μιχαήλ Καραολή, Ανδρέα Δημητρίου, Ευαγόρα Παλληκαρίδη και άλλων εκτελεσθέντων αγωνιστών.
Μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου 1974 και την τουρκική εισβολή, οι Άγγλοι ανάγκασαν τον Μακάριο να φύγει από το νησί. Μέσα σ’ εκείνη την χαώδη κατάσταση και την τραγωδία που ζούσαν οι Ελληνοκύπριοι εκλήθη και ανέλαβε καθήκοντα προσωρινού Προέδρου, από τις 23 Ιουλίου έως τις 7 Δεκεμβρίου, όταν επανήλθε στα καθήκοντά του ο Μακάριος.
Στο διάστημα αυτό, ο Κληρίδης επιτέλεσε σπουδαίο έργο κάτω από δραματικές και τραγικές συνθήκες, όπως το αξιολόγησαν πολλοί, και δικαίως πρόσθεσαν τη φράση που τα έλεγε όλα: «Παρέλαβε χάος και παρέδωσε κράτος! Νωρίτερα, είχε ασχοληθεί ως αρχηγός της ελληνοκυπριακής αντιπροσωπείας στη Μικτή Επιτροπή για τη Σύνταξη του Συντάγματος της Κύπρου, από το 1959 έως το 1960, και μετέπειτα διατέλεσε διαπραγματευτής εκπρόσωπος της ελληνικής πλευράς στις διακοινοτικές συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού, έως το 1976. Τότε ίδρυσε και το «Δημοκρατικό Συναγερμό».
Όταν ως δημοσιογράφος, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, επισκέφθηκα τη Λευκωσία, με δέχτηκε στο γραφείο του, και για πολλή ώρα συζητήσαμε διάφορα θέματα. Κάποια στιγμή αναφέρθηκε στην απάνθρωπη συμπεριφορά των Άγγλων κατά τον αγώνα της ΕΟΚΑ με τις εκτελέσεις και τους διωγμούς. «Πήγα ως εθελοντής και πολέμησα στο πλευρό τους εναντίον των Γερμανών ναζί. Δεν υπολόγιζα τη ζωή μου, πετούσαμε με το αεροπλάνο πάνω από γερμανικά εδάφη και χτυπούσαμε τον εχθρό. Κόντεψα να σκοτωθώ όταν χτύπησαν με οβίδα το αεροπλάνο μας, τραυματίσθηκα και έπεσα αιχμάλωτος στα χέρια των Γερμανών. Αυτό δεν το εκτίμησαν καθόλου οι δήθεν σύμμαχοί μας Άγγλοι στον Πόλεμο εκείνο, και έκαναν αυτά τα αίσχη και μας πούλησαν… Κρίμα…», είχε πει με έντονη συγκίνησή και βουρκωμένα μάτια…
Ο Γλαύκος Κληρίδης με τις πράξεις του έδειξε εντιμότητα, ευθύτητα, ειλικρίνεια και ανωτερότητα. Δεν δίσταζε να λέει την αλήθεια στο λαό χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος για τον ίδιο και το κόμμα του. Αν και στις προεδρικές εκλογές του 1988 έχασε από τον Γ. Βασιλείου με πολύ μικρή διαφορά, στάθηκε μετά δίπλα του, τον υποστήριξε στους χειρισμούς του Κυπριακού, χωρίς να ασκεί στείρα αντιπολίτευση. Και μου έλεγε τότε, στη συνάντηση μας στο γραφείο του: «Μ’ ενδιαφέρει ο κυπριακός λαός, να κοιτάξουμε τους πρόσφυγες που υποφέρουν και κάνω ό,τι μπορώ!». Αυτός ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης. Άξιος της πατρίδας του.
Ο Κληρίδης με τον Τάσο Κοντογιαννίδη στο γραφείο του
Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»
