Για τα παραμύθια «Όταν ανοίγω τα φτερά μου» του Marc Majewski, «Η πριγκίπισσα με τη μαύρη μάσκα: Ο πρίγκιπας με τα ροζ» των Shannon και Dean Hale (κείμενο) και LeUyen Pham (εικονογράφηση) από τις εκδόσεις Διόπτρα και «Ο Σταχτοπούτης» του Νάστα, σε εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη από τις εκδόσεις Πουά. Τρεις ιστορίες που ανατρέπουν τα στερεότυπα, καλλιεργώντας πιο συμπεριληπτικά πρότυπα. Κεντρική εικόνα, από το «Όταν ανοίγω τα φτερά μου».
Γράφει η Φανή Χατζή
Τελευταία κυκλοφορούν ολοένα και περισσότερα βιβλία για παιδιά που ανατρέπουν τα έμφυλα στερεότυπα και καλλιεργούν πιο υγιή και συμπεριληπτικά πρότυπα. Τα τρία παραμύθια που παρουσιάζουμε σήμερα συγκλίνουν στην ενίσχυση της διαφορετικότητας και απεικονίζουν ένα ταξίδι μετάβασης από την ντροπή και τον φόβο στην αποδοχή του εαυτού ή του άλλου.
Kαι στα τρία παραμύθια οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με κάποιου είδους εκφοβισμό, που τους ανακόπτει για λίγο το θάρρος. Όμως στο τέλος βρίσκουν τον τρόπο να άρουν τα εμπόδια και να μεταμορφωθούν.
Και στις τρεις ιστορίες συναντάμε ήρωες που αποκλίνουν από την έμφυλα χρωματισμένη εκδοχή της παιδικότητας, δεν φορούν «αγορίστικα» χρώματα ούτε ασχολούνται με «αγορίστικες» δραστηριότητες. Αδιαφορούν για όπλα, αμάξια και αθλήματα και τους αρέσουν ο χορός, οι πεταλούδες και η ζωγραφική, ενώ ενδίδουν σε τρυφερές και δημιουργικές πτυχές του εαυτού τους. Επίσης, και στα τρία παραμύθια οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με κάποιου είδους εκφοβισμό, που τους ανακόπτει για λίγο το θάρρος. Όμως στο τέλος βρίσκουν τον τρόπο να άρουν τα εμπόδια και να μεταμορφωθούν.
Όταν ανοίγω τα φτερά μου (μτφρ. Μάνος Μπονάνος, εκδ. Διόπτρα) του Marc Majewski
Ένα παιδάκι που λατρεύει τις πεταλούδες φτιάχνει και φορά κατενθουσιασμένο κάτι μεγάλα πολύχρωμα φτερά και βγαίνει έξω να παίξει. Καθώς φτερουγίζει και στροβιλίζεται, συναντά μια παρέα παιδιών που τον πειράζουν και καταστρέφουν τα όμορφα φτερά του. Αποθαρρημένος και αποφασισμένος να μην τα ξαναφορέσει ποτέ, γυρίζει στο σπίτι. Όμως εκεί, ο μπαμπάς του τον βοηθά να τα ξαναφτιάξει και να είναι ακόμα πιο όμορφα από πριν. Το παιδί ξαναβγαίνει και αυτή τη φορά γίνεται ένα πραγματικό πεταλουδόπαιδο.
Με λιτά εκφραστικά μέσα και μεγάλη τρυφερότητα, ο Marc Majewski υμνεί τη διαφορετικότητα και υπογραμμίζει τη δύναμη της αποδοχής. Δυνατότερό του σημείο είναι η εικονογράφηση, η οποία ακολουθεί τη συναισθηματική παλέτα του μικρού, σκουρόχρωμη όταν στεναχωριέται, ζεστή όταν νιώθει ασφάλεια. Τα πολύχρωμα φτερά του παιδιού, εναρμονισμένα με τη χρωματική πανδαισία στην οποία ζει στο σπίτι του, λειτουργούν σαν σύμβολο της διαφορετικότητας. Αντίθετα, η μονόχρωμη μπάλα που του ρίχνουν τα παιδιά στο κεφάλι, σαν μια περίεργη κόκκινη κουκκίδα που δεν ταιριάζει στις αφηρημένες πινελιές του υπόλοιπου κάδρου, υπενθυμίζει τη μονοδιάστατη θέαση των πραγμάτων από μερίδα ενηλίκων και παιδιών, που είναι ικανή να χαλάσει όλη την ομορφιά.

Στην ιστορία του Majewski, η αποδοχή της διαφορετικότητας ξεκινά από το σπίτι και είναι ικανή να γεμίσει το παιδί αυτοπεποίθηση και τόλμη. Όταν ο μικρός βγαίνει ξανά να παίξει είναι πιο σίγουρος για τον εαυτό του, σχεδόν άτρωτος. Τα φτερά του, που ήταν ένα στοιχείο της προσωπικότητάς του προηγουμένως, τώρα έχουν γίνει κάτι σαν σούπερ δύναμη. Με λίγη δόση μαγικού ρεαλισμού, δίνεται αυτή η μετάβαση από τη θεώρηση της διαφορετικότητας ως αδυναμίας λόγω του εκφοβισμού στην οικειοποίησή της ως όπλου. Η υποστήριξη και η αποδοχή από τον πατέρα του υπερνικούν τη βία και οδηγούν στην πολυπόθητη μεταμόρφωση και την απόλυτη ελευθερία έκφρασης.
Ταυτόχρονα, όμως, βάζει στη θέση του γονιού που αγκαλιάζει άνευ όρων το παιδί του όχι μια μητέρα, ως συνήθως, αλλά έναν πατέρα, που γίνεται αυτός πηγή της φροντίδας και της στήριξης
Το βιβλίο βάλλει εναντίον των έμφυλων στερεοτύπων διττώς, αφενός με το αγοράκι που δεν μοιάζει με τους συνομηλίκους του, αρνείται τη βία και τη σκληρότητα ως παιχνίδι και απολαμβάνει τρυφερές ασχολίες, όπως η ζωγραφική και οι κατασκευές. Ταυτόχρονα, όμως, βάζει στη θέση του γονιού που αγκαλιάζει άνευ όρων το παιδί του όχι μια μητέρα, ως συνήθως, αλλά έναν πατέρα, που γίνεται αυτός πηγή της φροντίδας και της στήριξης, υπενθυμίζοντάς μας ότι η πατρική φιγούρα πρέπει να υποστεί κι αυτή μεταμορφώσεις για να υποδεχτεί και διαχειριστεί πιο τρυφερά τη διαφορετικότητα.
Η πριγκίπισσα με τη μαύρη μάσκα: Ο πρίγκιπας με τα ροζ (μτφρ. Νοέλα Ελιασά, εκδ. Διόπτρα) των Shannon και Dean Hale, σε εικονογράφηση LeUyen Pham
Από το πρώτο μέρος της σειράς Η πριγκίπισσα με τη μαύρη μάσκα γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για βιβλία που δεν υπακούν στις έμφυλες απαιτήσεις. Η Πριγκίπισσα Μανόλια, που σε κατάσταση κινδύνου βγάζει το ροζ φόρεμά της και μεταμορφώνεται σε μια ηρωίδα με ολόμαυρη στολή και μάσκα, αποδεικνύει ότι τα κορίτσια μπορούν να είναι και να γίνουν ό,τι θελήσουν. Στο συγκεκριμένο, όμως, δέκατο μέρος της σειράς, οι δημιουργοί ωθούν τη συζήτηση για το φύλο ένα βήμα παραπέρα, εντάσσοντας το θέμα του εκφοβισμού, της αποδοχής και της συμπερίληψης.
Σε αυτό το «επεισόδιο», η Πριγκίπισσα Μανόλια καταφτάνει στο κάστρο της Πριγκίπισσας Τριανταφυλλιάς, όπου πραγματοποιείται το Φεστιβάλ των Λουλουδιών, γιατί έχει αναλάβει να οργανώσει τον βραδινό χορό. Την ώρα όμως του πρωινού παζαριού εισβάλλει στο παλάτι ένα «εμού», ένα μεγάλο μουτρωμένο πουλί που σπέρνει τον πανικό και σπάει ένα μεγάλο μυστικό ξεχωριστό στολίδι. Ο πρίγκιπας Βαλέριαν, γεμάτος τόλμη και αυταπάρνηση, διώχνει το εμού, αλλά όταν βλέπει την πριγκίπισσα Μανόλια, στεναχωρημένη, να μην δέχεται τη βοήθειά του, «μεταμορφώνεται» σε πρίγκιπα με τα ροζ. Φορώντας γυαλιστερές μπότες, γάντια με κρόσσια, μια αστραφτερή μάσκα και κορόνα για αυτοπεποίθηση, γίνεται ο πρωταθλητής των γιορτών. Με τη βοήθειά του, το πάρτι στήνεται ξανά και όλα βαίνουν καλώς μέχρι να εμφανιστεί εκ νέου το εμού, φέρνοντας αυτή τη φορά «ενισχύσεις».

Γεμάτο κρυφά μηνύματα και χιούμορ, το βιβλίο τονίζει την αξία της συμπερίληψης και της δεκτικότητας απέναντι στις εκπλήξεις που επιφυλάσσουν οι γύρω μας. Αν και η ίδια έχει έναν «μυστικό» εαυτό, η πριγκίπισσα Μανόλια αποκλείει το ενδεχόμενο να κρύβει ο πρίγκιπας Βαλέριαν έναν ευαίσθητο δημιουργικό εαυτό, που θα μπορέσει να τη βοηθήσει με τους στολισμούς. Σύντομα, όμως, καταλαβαίνει ότι και οι ιππότες κουράζονται από τη βαριά περιβολή τους και θέλουν να γίνονται κάτι άλλο. Ο πρίγκιπας με τα ροζ και η πριγκίπισσα με τη μαύρη μάσκα μοιάζουν δίπλα δίπλα να αλληλοσυμπληρώνονται. Μαζί καταφέρνουν να μεταμορφώσουν τα σπασμένα γυαλιά σε όμορφα στολίδια και αποδεικνύουν ότι τα παιδιά είναι πολυδιάστατα πλάσματα. Επιφυλάσσουν διαφορετικές «παραλλαγές» που εκτείνονται πέρα από τις επιταγές του φύλου τους.
Αντικατοπτρίζουν, μάλλον, όλους όσοι θέλουν να ματαιώσουν μια έκφραση χαράς επειδή οι ίδιοι δεν μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτήν ή εναντιώνονται στην ελευθερία δια της βίας, επειδή νιώθουν αποκλεισμένοι από αυτήν.
Ενδιαφέροντα ρόλο διαδραματίζει η συμμορία «Φτερωτό Κοπάδι», το εμού και οι φίλοι του που κλοτσάνε τα πάντα γύρω τους, αλλά στην πραγματικότητα θέλουν να χορέψουν και να γίνουν δεκτοί από τους «άφτερους». Αντικατοπτρίζουν, μάλλον, όλους όσοι θέλουν να ματαιώσουν μια έκφραση χαράς επειδή οι ίδιοι δεν μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτήν ή εναντιώνονται στην ελευθερία δια της βίας, επειδή νιώθουν αποκλεισμένοι από αυτήν. Η πριγκίπισσα με τη μαύρη μάσκα δεν ξέρει πώς να τα αντιμετωπίσει, δεν είναι τέρατα σαν αυτά που καταπολεμά άλλες φορές. Μαθαίνοντάς τους βήμα-βήμα τον χορό, οι άφτεροι καταφέρνουν τελικά να τα εξημερώσουν. Η συμπερίληψη και αλληλοκατανόηση μοιάζει να είναι η λύση.
Ο Σταχτοπούτης (εκδ. Πουά) του Νάστα, σε εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη
Ο Σταχτοπούτης των Νάστα και Κουτσογιάννη είναι ένα σύγχρονο κουίρ retelling ενός από τα πιο κλασικά και πολυδιαβασμένα παραμύθια. Είναι, επίσης, ένα από τα πρώτα παιδικά βιβλία που μιλούν άμεσα και ανοιχτά στα παιδιά για τον ομόφυλο έρωτα και την οικογένεια που μπορούν να δημιουργήσουν δύο άνδρες. Είναι μια ιστορία αγάπης και αποδοχής, που «δεν διαφέρει δηλαδή και πολύ από αυτή που ήδη ξέρεις», όπως γράφουν και οι δημιουργοί στο οπισθόφυλλο.
Όταν καλείται στον χορό, οι γονείς του δεν του επιτρέπουν να πάει, αλλά με λίγη «μαγική» βοήθεια, τα καταφέρνει.
Ο Σταχτοπούτης είναι ένα αγόρι που μεγαλώνει με τους γονείς και την αδερφή του. Δεν έχει κακή μητριά ούτε κακές αδερφές, ωστόσο το σπίτι του είναι γι’ αυτόν πηγή δυσφορίας, καθώς οι γονείς του συνεχώς τον επικρίνουν για τον τρόπο που ντύνεται ή περπατά. Η φωτιά και οι στάχτες πάνω στις οποίες ζωγραφίζει είναι η μόνη του παρηγοριά, παρόλο που φοβάται να κόβει τα ξύλα με το τσεκούρι. Όταν καλείται στον χορό, οι γονείς του δεν του επιτρέπουν να πάει, αλλά με λίγη «μαγική» βοήθεια, τα καταφέρνει. Εκεί γνωρίζει τον πρίγκιπα, με τον οποίο χορεύει όλο το βράδυ.
Όλες οι διαφορές σε σχέση με την πρωτότυπη ιστορία συγκλίνουν προς ένα αίτημα αποδοχής του εαυτού από τους άλλους. Ο Σταχτοπούτης επιθυμεί από την πρώτη στιγμή να αγαπηθεί γι’ αυτό που είναι από τους γονείς του. Εισπράττει αυτή την αποδοχή αρχικά από το νεραϊδάκι, το οποίο τον βοηθά να ετοιμαστεί χωρίς να τον αλλάξει, προσφέροντάς του μόνο την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Έπειτα, ο πρίγκιπας, ο οποίος τον αποδέχεται και μετά τις δώδεκα, αφού δηλαδή «λυθούν» τα μάγια, του προσφέρει το ασφαλές καταφύγιο που ψάχνει. Στο τέλος δεν χρειάζεται να επέλθει συμφιλίωση με τους γονείς, γιατί απλά ο Σταχτοπούτης επιλέγει τη δική του νέα οικογένεια, στην οποία η αποδοχή έρχεται αβίαστα. Εκεί, ως Χρύσανθος, μπορεί να αγκαλιάσει και να αποδεχτεί και ο ίδιος τον εαυτό του και να ζήσουν «αυτοί τρυφερά και τα παιδιά τους τρυφερότερα».
Ο πρίγκιπας, στο τέλος, δεν «σώζει» τον Σταχτοπούτη, αλλά του προσφέρει μια ευκαιρία να χτίσει κάτι νέο και τρυφερό, όπως ακριβώς οι δημιουργοί πατούν σε μια παλιά ιστορία μεταμορφώνοντάς την με μεγαλύτερη τρυφερότητα.
Η τελευταία αυτή πρόταση, που εμφανώς σχολιάζει το ζήτημα της γονεϊκότητας των κουίρ ζευγαριών, θέτει ως σημαντικό παράγοντα ένα συναίσθημα που απουσίαζε στο μεγάλωμα του ήρωα. Πέρα από το ζήτημα της σεξουαλικότητας, λοιπόν, το βιβλίο θίγει και το ζήτημα της ενηλικίωσης σε μια οικογένεια που αντιμετωπίζει επικριτικά τη διαφορετικότητα και αυστηρά οτιδήποτε βγαίνει εκτός του ετεροκανονικού πλαισίου. Ο πρίγκιπας, στο τέλος, δεν «σώζει» τον Σταχτοπούτη, αλλά του προσφέρει μια ευκαιρία να χτίσει κάτι νέο και τρυφερό, όπως ακριβώς οι δημιουργοί πατούν σε μια παλιά ιστορία μεταμορφώνοντάς την με μεγαλύτερη τρυφερότητα.
*Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος.



