Η ζωή δεν βγάζει νόημα παρά μόνο αν την κοιτάξεις απ’ το τέλος προς την αρχή, ούτε και μπορεί να είναι κανείς βέβαιος για την επίδραση των πράξεών του πριν να είναι πλέον αργά για να τις αλλάξει κι αυτό είναι το μεγάλο ανθρώπινο δράμα από το οποίο κανείς δεν γλιτώνει. Κι ενώ είναι εύκολο να φανταστούμε έναν τυχοδιώκτη, έναν άνθρωπο που διψάει για δόξα, που επιδιώκει πάση θυσία την επιτυχία και την προσωπική ανέλιξη, να υποπίπτει σε σφάλματα για τα οποία ενδεχομένως να μετανιώσει στην πορεία, όταν ηλικιωμένος πια θα αναστοχάζεται τη ζωή του, ο Τομάς του Μπέρτα Ίσλα δεν αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ χαρακτήρα και επιλογών ζωής παρουσιάζει μεγάλο λογοτεχνικό ενδιαφέρον και στα χέρια ενός τόσο σπουδαίου συγγραφέα όπως ο Χαβιέρ Μαρίας γίνεται το γαϊτανάκι γύρω απ’ το οποίο υφαίνει μια καταπληκτική αφήγηση που κρατά αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη απ’ την αρχή μέχρι το τέλος.
Θυμίζει θέατρο του παραλόγου το γεγονός ότι ενώ ο συγκεκριμένος ήρωας δεν διακατέχεται από επιθυμία να αφήσει κάποιο ισχυρό αποτύπωμα στον κόσμο, ο καθηγητής του στην Οξφόρδη, ο Γουίλερ, διακρίνει στον μαθητή του έναν άνθρωπο της δράσης, με δίψα να επέμβει στον κόσμο, κάτι που θα ήταν δύσκολο να συμβεί στην Ισπανία του Φράνκο, όπου ένας νέος σαν αυτόν δεν θα είχε μέλλον. Τον ωθεί, λοιπόν, να μην διαβεί τυχαία τη ζωή του, αλλά να προσπαθήσει να ασκήσει κάποια επίδραση στον κόσμο. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να εξαφανιστεί από τη ζωή, γιατί, όπως λέει ο ίδιος, αυτοί που δρουν στο προσκήνιο είναι ήδη φθαρμένοι. Μπορείς να καταφέρεις να πάψεις να είσαι «κανένας», του λέει ο Γουίλερ (ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με φήμη που κυκλοφορούσε στο Πανεπιστήμιο, είχε υπάρξει κατάσκοπος) και να γίνεις Κάποιος. Το πώς μπορεί να συμβεί αυτό θα αποκαλυφθεί μέσα από μια σειρά γεγονότων που ωθούν τον Τομάς να κάνει τις επιλογές που έκανε, παρόλο που δεν συντασσόταν πλήρως με τις απόψεις του καθηγητή του.
Ο Τομάς δεν ήταν ο άνθρωπος που θα ανέλυε τον εαυτό του, είναι κάτι που επαναλαμβάνεται συχνά στο βιβλίο, ενδεχομένως με κάποια χροιά μομφής. Σε νεαρή ηλικία διέθετε την πεποίθηση πως θα μπορούσε να κατανοήσει τον κόσμο και να τον κάνει να λειτουργήσει υπέρ του. Ο Τομάς έχει ισπανική καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του και πατέρα Άγγλο. Διαθέτει εξαιρετικές ικανότητες στο να μαθαίνει ξένες γλώσσες και ένα καταπληκτικό ταλέντο στη μίμηση ώστε γρήγορα γίνεται πολύτιμος για τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και καταλήγει να εργάζεται ως κατάσκοπος της Αγγλίας στην M16, κάτι που η Μπέρτα φυσικά και αγνοεί μέχρι ενός σημείου κι έτσι η ζωή του ζευγαριού παίρνει μια ιδιότυπη τροπή με μεγάλα διαστήματα χωριστής ζωής και ένα πέπλο απόκρυψης πάντα ανάμεσά τους.
Η Μπέρτα Ίσλα
Η Μπέρτα Ίσλα, η έτερη τραγική φιγούρα του βιβλίου, αυτή η γοητευτική γυναίκα που ξέρει τι θέλει και δεν αμφιβάλλει ποτέ για τον εαυτό της, γνωρίζει τον Τομάς Νέβινσον στο σχολείο, στη Μαδρίτη της δεκαετίας του ’60 και αμέσως αντιλαμβάνεται ότι μαζί του θέλει να περάσει όλη της την υπόλοιπη ζωή, πράγμα το οποίο θα συμβεί εν μέρει. Ο συζυγικός τους βίος όμως δεν θα είναι συνηθισμένος. Δικαιωματικά το όνομά της δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, γιατί αποτελεί ακόμα πιο τραγική ηρωίδα από τον σύζυγό της, αφού παρά το γεγονός ότι διαθέτει μια τόσο στιβαρή προσωπικότητα, είναι αυτή που τελικά υφίσταται όλες τις συνέπειες πράξεων που δεν της αναλογούν.
Στις σελίδες του βιβλίου, παρελαύνει ο πόλεμος των Φώκλαντ μεταξύ Αργεντινής και Ηνωμένου Βασιλείου, οι ταραχές στη Βόρεια Ιρλανδία από τα τέλη του 1960 έως τα τέλη του 1990, οι συγκρούσεις με τον IRA
Η τραγική ειρωνεία εμφανίζεται και πάλι και έγκειται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Τομάς, που απεχθάνεται τον ναρκισσισμό, καταλήγει να βασανίζει τους γύρω του με επιλογές που ξεκινούν με επίκεντρο τον εαυτό, ενδεδυμένες με ένα πέπλο πατριωτισμού. Η Μπέρτα αποτελεί μια σύγχρονη Πηνελόπη, με το ιστορικό πλαίσιο να αφορά σαφώς την Ισπανία του Φράνκο, με αναφορές σε ιστορικά γεγονότα όπως αυτό της δολοφονίας του Καρέρο Μπλάνκο, ενός από τους σημαντικότερους συνεργάτες του Φράνκο, αλλά κυρίως την αποικιοκρατική Αγγλία. Στις σελίδες του βιβλίου, παρελαύνει ο πόλεμος των Φώκλαντ μεταξύ Αργεντινής και Ηνωμένου Βασιλείου, οι ταραχές στη Βόρεια Ιρλανδία από τα τέλη του 1960 έως τα τέλη του 1990, οι συγκρούσεις με τον IRA και άλλες παραστρατιωτικές οργανώσεις και ο κύκλος βίας που τροφοδότησαν οι Άγγλοι με την παρουσία τους και τις μεθόδους τους στην περιοχή. Όλα αυτά εντάσσονται στην αφήγηση, δεν βρίσκονται όμως στο προσκήνιο, όπως κι ο ίδιος ο Τομάς, άλλωστε, που λειτουργεί παρασκηνιακά. Είναι πράγματα που απασχολούν την κοινή γνώμη προσωρινά κι ύστερα οι άνθρωποι τα ξεχνούν.
Η αφήγηση ξεκινάει in medias res με την Μπέρτα να δηλώνει πως για κάμποσο καιρό δεν ήξερε αν ο άντρας της ήταν ο άντρας της. Σε αρπάζει από τα μαλλιά από την πρώτη κιόλας πρόταση με αυτό το εμβληματικό ξεκίνημα, από αυτά που χαράσσονται στο μυαλό και θυμάσαι για πάντα, σε βυθίζει σε μια αργή ανάγνωση, που όμως δεν θες ν’ αφήσεις, δημιουργώντας αγωνία μέσα από τις διαρκείς ανατροπές και αναδρομικά φέρνει στο προσκήνιο την ιστορία αυτών των δύο ανθρώπων, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να καταλήγει να παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον την ιστορία ενός πράκτορα που στην πραγματικότητα θα του προκαλούσε αποστροφή.
Ο Μαρίας δίνει χρόνο στην αφήγησή του. Ψυχογραφεί διεισδυτικά τους χαρακτήρες του, όχι μόνο την Μπέρτα και τον Τομάς, αλλά όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Οι σπουδές του στη φιλοσοφία είναι εμφανείς στο κείμενο, αφού ο συγγραφέας με στοχαστικό, μακροπερίοδο λόγο δίνει διαρκώς μια φιλοσοφική διάσταση στα ζητήματα τα οποία θίγει: την αποξένωση μέσα στο ζευγάρι, τη δυνατότητα να ορίζουμε οι ίδιοι τη ζωή μας, να παρεμβαίνουμε στο σύμπαν και την ιστορία του κόσμου -η φυσιολογική κατάσταση του οποίου, όπως αναφέρει ο Γουίλερ, είναι ο πόλεμος-, την αγάπη για την πατρίδα, το πόσο αναλώσιμοι τελικά είμαστε οι άνθρωποι σ’ ένα σύστημα όπου τα πάντα είναι ανταλλάξιμα…
Τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, ο Σαίξπηρ και οι κύκλοι βίας
Ο Μαρίας ενσωματώνει στην ιστορία του πολλές λογοτεχνικές αναφορές, στον Συνταγματάρχη Σαμπέρ του Μπαλζάκ, στον Κόμη Μοντεχρήστο, στον Φόκνερ (με τον οποίο συνδέεται όχι με την πλοκή των έργων του, αλλά με τη σημειολογία του μακροπερίοδου λόγου), στον Δόκτορα Τζέκιλ και κύριο Χάιντ και σε άλλα. Οι αναφορές αυτές φυσικά δεν γίνονται με μια απλή παράθεση, αλλά σχετίζονται εμφανώς με το κείμενο. Ωστόσο, η πιο ενδιαφέρουσα σύνδεση είναι αυτή που κάνει με τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, και ιδίως με το τελευταίο, το «Little Gidding» οι στίχοι του οποίου διατρέχουν το κείμενο από την αρχή μέχρι το τέλος σαν λάιτ μοτίφ, επανέρχονται σε κρίσιμες σκηνές υποβάλλοντας τον αναγνώστη στην προβληματική του συγγραφέα και όπως και η ίδια η ζωή, γίνονται καλύτερα κατανοητοί όταν η αφήγηση φτάνει στο τέλος της. Άλλωστε, όπως έλεγε ο ίδιος ο Έλιοτ, «δεν θα σταματήσουμε ποτέ να εξερευνούμε/ και το τέλος της όλης εξερεύνησής μας/ θα ’ναι να φτάσουμε στο μέρος απ’ όπου ξεκινήσαμε/ και να το γνωρίσουμε για πρώτη φορά».
Ο Έλιοτ στα Κουαρτέτα του μιλάει μεταξύ άλλων για τους κύκλους βίας της ανθρώπινης ιστορίας και για τη μεταμορφωτική δύναμη της αγάπης, της αποδοχής, της προσευχής. Η εκτεταμένη αναφορά του Μαρίας στην πιο επιδραστική φωτογραφία σε διάρκεια πενήντα ετών του προηγούμενου αιώνα συμβολίζει την ανθρώπινη πλευρά της βίας και θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνδέεται με όσα αναφέρονται παραπάνω για τον Έλιοτ. Δύο Βρετανοί, στρατιώτες οι οποίοι βρέθηκαν κατά λάθος σε μια πομπή νεκροταφείου του IRA, καταδιώχθηκαν και δολοφονήθηκαν και στη συγκεκριμένη φωτογραφία, το στιγμιότυπο απαθανατίζει τον πάτερ Alec Reid να γονατίζει δίπλα στον έναν από αυτούς και να τελεί προσευχή. Ο νεκρός στρατιώτης στη φωτογραφία αλλά και ο «νεκρός ποιητής» στον Έλιοτ θα μπορούσαμε να πούμε ότι συμβολίζουν τη συνάντηση μ’ εκείνο το κομμάτι του εαυτού που αφέθηκε να πεθάνει. Το ίδιο ισχύει και για τον Τομάς, ο οποίος χρειάστηκε να εξαφανιστεί από τον κόσμο για να αφήσει μια αμφιλεγόμενη επίδραση ‒ μια επίδραση που ως αναγνώστες δεν θα τη μάθουμε και ούτε θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε τα αποτελέσματά της, αφού δεν διαθέτουμε όλα τα δεδομένα. Ο Τομάς πάντως αισθάνεται εξαπατημένος, θεωρώντας ότι του άρπαξαν τη ζωή μέσα από τα χέρια.
Το διακύβευμα μεταξύ της Μπέρτα και του Τομάς είναι αν ο βασιλιάς πρέπει να σκοτώσει τον στρατιώτη που ασκεί κριτική στον πόλεμο, δεδομένου ότι αυτή την πληροφορία την απέκτησε με δόλια μέσα
Μία άλλη λογοτεχνική αναφορά πολύ κομβικής σημασίας για το βιβλίο είναι αυτή που αφορά τον Ερρίκο τον Ε’ του Σαίξπηρ. Η Μπέρτα, αφημένη στο σκοτάδι και την άγνοια, προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον άντρα της και να του μεταφέρει τις απόψεις της για τη δράση του μέσω ενός αποσπάσματος από το συγκεκριμένο έργο που τον επηρεάζει βαθιά και απασχολεί το μυαλό του για χρόνια. Ο Ερρίκος, τη νύχτα πριν τη μάχη του Αζινκούρ, μεταμφιέζεται σε απλό στρατιώτη και μπαίνει στο στρατόπεδο όπου μαθαίνει την άποψη των στρατιωτών για τον πόλεμο. Το διακύβευμα μεταξύ της Μπέρτα και του Τομάς είναι αν ο βασιλιάς πρέπει να σκοτώσει τον στρατιώτη που ασκεί κριτική στον πόλεμο, δεδομένου ότι αυτή την πληροφορία την απέκτησε με δόλια μέσα και κατά πόσο ήταν ηθική αυτή η μεταμφίεση ή όχι, αφού με έναν τρόπο το ίδιο κάνει και ο Τομάς ως κατάσκοπος.
Εν κατακλείδι, το βιβλίο συνιστά μια στιβαρή αφήγηση που συνεπαίρνει τον αναγνώστη. Είναι ένα πολυεπίπεδο έργο, στο οποίο ο Χαβιέρ Μαρίας με γλώσσα πυκνή, στοχαστική και ρέουσα πραγματεύεται θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, από τα μικρά και καθημερινά έως τα πιο μεγάλα, ψυχογραφεί υπέροχα τους χαρακτήρες του, αναδεικνύει τα αδιέξοδά τους, χτίζει την πλοκή αριστοτεχνικά απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, εντάσσει οργανικά τις διακειμενικές του αναφορές, οι οποίες όχι μόνο πλουτίζουν, αλλά και υποστηρίζουν το κείμενο και αποδεικνύει πόσο σπουδαίος συγγραφέας είναι. Η μετάφραση από τα ισπανικά της Χριστίνας Θεοδωροπούλου είναι ρέουσα και καταφέρνει να διατηρήσει το ύφος και τον μακροπερίοδο λόγο του Μαρίας χωρίς προβλήματα.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Τον λαό, που συχνά είναι ποταπός και δειλός και απερίσκεπτος, οι πολιτικοί δεν τολμούν ποτέ να τον κριτικάρουν, ποτέ δεν τον επιπλήττουν ούτε επικρίνουν τη συμπεριφορά του, αλλά διαρκώς τον επαινούν, όταν κανένας λαός πουθενά δεν έχει σχεδόν τίποτα άξιο να επαινεθεί. Είναι απλώς ότι έχει βρεθεί στο απυρόβλητο και παίζει τον ρόλο του δεσποτικού και απολυταρχικού μονάρχη του παρελθόντος. Όπως εκείνοι οι μονάρχες, έχει το προνόμιο να κάνει το καπρίτσιο του ατιμωρητί, δεν λογοδοτεί για το τι ψηφίζει ούτε για το ποιον επιλέγει, για το τι υποστηρίζει, το τι αποσιωπά και τι επιβραβεύει ή επιβάλλει και επευφημεί. Τι ευθύνη έφερε για τον φρανκισμό στην Ισπανία, όπως και για τον φασισμό στην Ιταλία ή τον ναζισμό στη Γερμανία και την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Κροατία; Τι ευθύνη έφερε για τον σταλινισμό στη Ρωσία ή για τον μαοϊσμό στην Κίνα; Καμία, ποτέ· πάντα καταλήγει να είναι θύμα και ποτέ δεν τιμωρείται (φυσικά δεν πρόκειται να τιμωρήσει τον εαυτό του· τον εαυτό του τον οικτίρει και τον συμπονά). Ο λαός δεν είναι παρά ο διάδοχος εκείνων των αυθαίρετων, άστατων βασιλιάδων, απλώς με εκατομμύρια κεφάλια, δηλαδή ακέφαλος. Το καθένα από αυτά κοιτάζει το είδωλό του στον καθρέφτη με επιείκεια και προφασίζεται ανασηκώνοντας τους ώμους: «Α, εγώ δεν είχα ιδέα. Εμένα με χειραγώγησαν, με παρέσυραν, με εξαπάτησαν και με έκαναν να λοξοδρομήσω. Τι ήξερα εγώ η καημένη, μια εύπιστη γυναίκα, εγώ ο καημένος, ένας αφελής άνθρωπος». Τα εγκλήματά του είναι τόσο καταμερισμένα, ώστε ξεθωριάζουν και σβήνουν, κι έτσι οι ανώνυμοι αυτουργοί ετοιμάζονται να διαπράξουν τα επόμενα, μόλις περάσουν μερικά χρόνια και κανείς δεν θυμάται τα προηγούμενα».
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Χαβιέρ Μαρίας γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1951. Σπούδασε φιλοσοφία και λογοτεχνία και δίδαξε σε πανεπιστήμια της Αγγλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ισπανίας. Από την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία, με το μυθιστόρημα Τα λημέρια του λύκου το 1971, καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς συγγραφείς του καιρού μας. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες με εξαιρετική επιτυχία.

Το 1997 τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του με το Βραβείο Nelly Sachs. Έχει επίσης τιμηθεί με το Βραβείο Alessio (Ιταλία) και το Βραβείο Jose Donoso (Χιλή) για το σύνολο του έργου του. Από το 2006 ήταν μέλος της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας της Γλώσσας. Το 2012 αρνήθηκε το Εθνικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Ισπανίας για το βιβλίο του Ερωτοτροπίες (Εκδόσεις Πατάκη, 2015), καθώς την ίδια περίοδο το κράτος σταμάτησε τις επιχορηγήσεις των βιβλιοθηκών. Το βιβλίο απέσπασε μεταξύ άλλων το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2013 και το Βραβείο Giuseppe Tomasi di Lampedusa το 2014.
Ο Χαβιέρ Μαρίας έφυγε από τη ζωή το 2022.


