Για δεκαετίες, η οικογένεια Χόντζα τροφοδοτεί με φαγητό τους κατοίκους του Μπέρμιγχαμ. Μερικά υποκαταστήματα της οικογενειακή αλυσίδας εξακολουθούν να το κάνουν. Αλλά ο αριθμός τους μειώνεται, αφού ο Θεόδωρος Χόντζας (Theo Hontzas) ανακοίνωσε ότι το εστιατόριο «Smoke House Steak and Seafood Restaurant», το οποίο αγόρασε το 1960, κλείνει στα τέλη Δεκεμβρίου.
Η ιστορία του πώς οι Ελληνες μετανάστες στις αρχές του 20ου αιώνα έφτασαν να κυριαρχούν στα εστιατόρια του Μπέρμιγχαμ είναι γνωστή στη Μαγική Πόλη. Η οικογένεια Χόντζα έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε μερικά από τα πιο αγαπημένα εστιατόρια της πόλης, στο παρελθόν και στο παρόν, αναφέρει στο ρεπορτάζ του ο Ερικ Βελάσκο της διαδικτυακής ενημερωτικής πλατφόρμας «SoulGrown».
Το «Niki’s Downtown», το «John’s Restaurant» και τώρα το «Smoke House» – όλα είτε τα άνοιξαν, είτε τα ανέλαβαν μέλη της οικογένειας Χόντζα – αποτελούν πλέον ανάμνηση. Συγγενείς τους λειτουργούν σήμερα το «Niki’s West», καθώς και το «Johnny’s Restaurant» στο προάστιο Χόμγουντ.
Το διάσημο εστιατόριο και η αγορά «Fish House Southside» του Μπέρμιγχαμ αποτελεί μετεξέλιξη επιχείρησης της οικογένειας Χόντζα. Ο ιδιοκτήτης, Γιώργος Σαρρής (George C. Sarris), είναι συγγενής της οικογένειας Χόντζα.

Αποτελούν μέρος μιας μεγαλύτερης ομάδας Ελλήνων που, ξεκινώντας από τα τέλη του 19ου αιώνα, μετανάστευσαν από διάφορα κοντινά χωριά που βρίσκονται ανατολικά της Σπάρτης και άνοιξαν εστιατόρια στο Μπέρμιγχαμ.
Σερβίριζαν φαγητό με ευρεία απήχηση -κρέατα, χοτ ντογκ, μπριζόλες, θαλασσινά, ψητά στη σχάρα- και σταδιακά εισήγαγαν γεύσεις από την Ελλάδα. Στο «Johnny’s» στο Χόμγουντ, το οποίο ο ιδιοκτήτης Τιμ Χόντζας, τα λαχανικά νότου συναντούν στο μενού τους ελληνικούς κεφτέδες και τα φασολάκια.
Η ιστορία ξεκινά με τρία αδέρφια γεννημένα στην Ελλάδα, τότε γνωστά με το επώνυμο Χοντζοπούλου, τα οποιία έφτασαν στις νότιες Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 1900.
Ο Πιτ έφτασε πρώτος, το 1915, αλλά σύντομα έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα όταν πέθανε ο πατέρας του. Ο Τζόνι ήταν ο επόμενος το 1921, δουλεύοντας από τη Νέα Ορλεάνη μέχρι το Τζάκσον της πολιτείας του Μισισιπή, όπου άνοιξε διάφορα εστιατόρια, συμπεριλαμβανομένου ενός ομώνυμου εστιατορίου. Η αδελφή τους, η Μαργαρίτα, παντρεύτηκε και μετακόμισε στο Μπέρμιγχαμ.
Το «Johnny’s» στο Τζάκσον έγινε πεδίο εκπαίδευσης για τα μέλη της οικογένειας. Ο γιος του Πιτ, ο Γκας (μέχρι τότε το όνομα της οικογένειας εδώ είχε συντομευτεί σε Χόντζα), ήταν εκεί από την αρχή. Τα γεννημένα στην Ελλάδα ξαδέλφια του, ο Γιώργος, ο Φιλ και ο Δημήτρης Χόντζας, δούλευαν επίσης εκεί.

Στο Μπέρμιγχαμ, η Μάργκαρετ και ο σύζυγός της άνοιξαν το αρχικό εστιατόριο «Niki’s» το 1951 κοντά σε μια λαϊκή αγορά. Οταν η αγορά μετακόμισε στη σημερινή της θέση στη λεωφόρο Φίνλεϊ, η οικογένεια Χόντζα άνοιξε ένα δεύτερο εστιατόριο εκεί το 1957, το «Niki’s West».
Ο Τζορτζ, ο Φιλ και ο Τζίμι μεταφέρθηκαν στο Μπέρμιγχαμ από το Μισισιπή για να διευθύνουν το αρχικό οικογενειακό εστιατόριο, το οποίο έγινε γνωστό ως «Niki’s Downtown». Το πούλησαν σε έναν άλλο Ελληνα μετανάστη στα τέλη της δεκαετίας του 1980- το εστιατόριο έκλεισε οριστικά το 2019.
Ο Γκας στάλθηκε για να διευθύνει το «Niki’s West» – μετά τον θάνατό του το 2001, ανέλαβαν οι γιοι του Τέντι και Τζίμι.
Ο Θόδωρος Χόντζας, ο οποίος άνοιξε το «Smoke House» το 1960 δίπλα στην πολιτειακή λαϊκή αγορά στο Φίνλεϊ, είναι αδελφός του Γκας. Ο γιος του Θεοδώρου, Πιτ, έχει επίσης διευθύνει το εστιατόριο.
Το «John’s Restaurant» – ένα πολυτελές εστιατόριο του Μπέρμιγχαμ που άνοιξε ένας άλλος Ελληνας μετανάστης, ο Γιάννης Προφέρης (John Proferis), το 1944 – έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή εστιατόρια της πόλης. Αφού ο Προφέρης αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα το 1972, οι τρεις αδελφοί Χόντζα από το «Niki’s Downtown» ανέλαβαν το «John’s». Τα μέλη της οικογένειας λειτούργησαν το εστιατόριο μέχρι που το πούλησαν το 2004. Ο νέος ιδιοκτήτης το έκλεισε πρόσφατα.
Ο Φιλ Χόντας ξεκίνησε επίσης μια καφετέρια στο βόρειο Μπέρμιγχαμ με έναν ξάδελφό του, ο οποίος επίσης μετανάστευσε από την Τσιτάλια Αρκαδίας. Ο Τζίμι Χόντζας άνοιξε ένα κατάστημα που πουλούσε ψάρια, απασχολώντας έναν ανιψιό του που είχε έρθει πρόσφατα από την Τσιτάλια, τον Γιώργο Σαρρή (George C. Sarris). Ο Σαρρής το επέκτεινε τελικά στο «Fish Market Southside», και τώρα είναι ένας από τους πιο γνωστούς εστιάτορες της πόλης.
Η ιστορία κλείνει τον κύκλο της με την άφιξη του Τιμ Χόντζα, ο οποίος μεγάλωσε στο Μισισιπή και έμαθε εκεί το επάγγελμα σε πολυτελή εστιατόρια. Το 2012 άνοιξε το δικό του κατάστημα στο Χόμγουντ, ονομάζοντάς το «Johnny’s» από το μαγαζί του παππού του στο Τζάκσον.
«Το εστιατόριο του παππού μου ήταν ένα σημείο εκκίνησης στο δρόμο προς το Μπέρμιγχαμ», είπε κάποτε ο Τιμ Χόντζας σε μια συνέντευξη.
Πηγή: «SoulGrown» ekirikas.com
