Ο Βασίλης Ζούλιας παραχώρησε συνέντευξη στην Αθηναϊδα Νέγκα και την εκπομπή της «Καλύτερα Αργά» κι αναφέρθηκε στο παρελθόν του, τον εθισμό του στα ναρκωτικά αλλά και την απόπειρα αυτοκτονίας που είχε επιχειρήσει.
Συγκλονίζει η φωτογραφία του νεαρού τότε Βασίλη Ζούλια, πεσμένου στην άσφαλτο, σε μια λίμνη αίματος μετά από «βουτιά» που έκανε στο κενό θέλοντας να δώσει τέλος στη ζωή του, που έγινε πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες της εποχής.
«Ήταν Τσικνοπέμπτη, έκανα χρήση ηρωίνης τότε. Τότε ο νόμος περί ναρκωτικών ήταν ίδιος για τους χρήστες και τους εμπόρους, δεν υπήρχε διαχωρισμός. Μου έβαλαν τις χειροπέδες για να οδηγηθώ στον Κορυδαλλό και ο αστυνομικός με λυπήθηκε, “άντε, να χαιρετήσει τη μαμά του”, και μου έβγαλε τις χειροπέδες για να χαιρετήσω τη μητέρα μου. Και όπως ήταν το αίθριο και εγώ χωρίς χειροπέδες… Είχα πει μπαίνοντας ότι αν συμβεί κάτι, εγώ θα φύγω από εκεί, θα πηδήξω, με σκοπό να πεθάνω. Δεν ήθελα ούτε να γυρίσω πίσω σε αυτό που ζούσα, ούτε να μπω στη φυλακή. Η διέξοδος ήταν ο θάνατος», περιέγραψε αρχικά ο Βασίλης Ζούλιας.
«Έφυγα από τα χέρια της μητέρας μου και έπεσα στο κενό. Κατάπια τη γλώσσα μου και έσπασα τη μύτη μου, είχα εσωτερική αιμορραγία. Βρέθηκε ένας γιατρός εκεί, που κατάφερε και έβαλε το χέρι του στο στόμα μου, τράβηξε τη γλώσσα μου και μου έσωσε τη ζωή. Αν περνούσαν 2-3 λεπτά, θα είχα πεθάνει. Όταν άνοιξα τα μάτια μου, το πρώτο που αναρωτήθηκα είναι γιατί ζω ακόμη. Είχα κάνει και άλλες απόπειρες», συνέχισε.
«Ο ανακριτής ήρθε στον Ευαγγελισμό, όπου κρατούμουν, και μου ζήτησε συγγνώμη. Κατάλαβε ότι δεν ήμουν για τη φυλακή, όπως δεν είναι κανένας εθισμένος για τη φυλακή. Οι έμποροι είναι για κρέμασμα, αλλά εκείνοι δεν είναι άρρωστοι άνθρωποι, έχει μεγάλη διαφορά. Ο εθισμός είναι μια σοβαρή ασθένεια και αντιμετωπίζεται με θεραπεία. Δεν θεραπεύεται ποτέ τελείως ένας εθισμένος», πρόσθεσε ο γνωστός σχεδιαστής μόδας.
